Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2007

τα βασανιστικά "γιατί"...

Η ελληνικότητα είναι αίσθημα ή συνείδηση;
Είναι αίσθημα βαπτισμένο στη συνείδηση. Μια βαρκούλα που λαχταράει ωκεανούς. Ένα κουρελάκι που, μέσα στην κουρελοσύνη του, ζει την αιωνιότητα. Ελληνικότητα είναι η συνείδηση του ιδεώδους.

Δ. Σαββόπουλος, συνέντευξη στο περιοδικό «Κ», 17-28/10/2007

Μέσα στην αφρικανικότητα, γερμανικότητα, γαλλικότητα, αμερικανολατινότητα και διάφορες άλλες –ότητες, τις οποίες, προφανώς, ο Διονύσης τις έχει γνωρίσει καλά, μα πάρα πολύ καλά -εννοείται(;)- ξεχωρίζει κάπου στο βάθος την ελληνικότητα, την... βαρκούλα που λαχταράει ωκεανούς, το... κουρελάκι που ζει την αιωνιότητα. Γιατί ρε γαμώτο, εμείς δεν νιώθουμε τίποτε απ’ όλ’ αυτά; Γιατί μας πιάνουν τα γέλια; Γιατί; Γιατί;

Ω.Σ.

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2007

Σύγκρουση των αποφθεγμάτων Νο 2: είχα τα σλόγκαν σαν παιδιά μου

— Στη δεκαετία του ’80 συμμετείχατε στη μόδα των σλόγκαν στο ελληνικού τραγουδιού. Αφετηρία αυτής της περιόδου ήταν το «Ατάκα κι επιτόπου». Γιατί;

— Κοιτάξτε τι συνέβη με μένα: η φωνή μου ήταν προορισμένη για καλά τραγούδια, το μπρίο μου ωστόσο δεν ταίριαζε σ’ αυτά. Μόλις είπα σλόγκαν έγιναν σουξέ. Τα υποστήριξα όπως και η εποχή. Σίγουρα το ρεπερτόριο με αδίκησε. Προσπαθούσα αλλά δεν μου έδιναν ούτε τη θέση ούτε το χρήμα. Περίμενα πολύ καιρό. Αυτά με βοήθησαν, έκανα την περιουσία μου, τα σπίτια για τα παιδιά μου. Eχω τραγουδήσει Γιάννη Μαρκόπουλο, Γιάννη Σπανό αλλά δεν ήρθε η επιτυχία. Στο τραγούδι θέλεις και τη δόξα θες και το χρήμα. Όταν έχεις προσόντα και σε ζητάνε τα μαγαζιά, θέλεις μια θέση πιο πάνω στην ταμπέλα. Αυτά μου τα έδωσαν, τα σλόγκαν. Κι εγώ τα αγάπησα σαν παιδιά μου. Ο Τ. Μουσαφίρης άλλωστε δεν είναι τυχαίος.

Δούκισσα, Καθημερινή 27/10/2007

Πριν από μέρες, φτάνοντας στο σπίτι

προχωρημένο απόγευμα, ήλιος σβησμένος

με τα μεγάφωνα ανοιχτά, στο πάτωμα απλωμένα

σε τρόμο ασταμάτητο άναβες, ξοδευόσουν

στην άσφαλτο που πύρωσε τη μέρα, και το βράδυ

τη μεταφέρουν σκοτωμένα φώτα ηλεκτρικά.

Γιατί το αργό χαλάρωμα

μες το κενό, το επίμονο ψιχάλισμα

στα κλειδωμένα βλέφαρα τραβώντας τις κουρτίνες

γίνεται βάρδια εξαντλητική

Γιατί αυτή η ερήμωση

δεν είναι ποίημα, μουσική ή μαλακό φθινόπωρο

δε συνηθίζεται σα ρούχο - είναι τα μάτια ενός παιδιού

πνιγμένου

Α. Ασλάνογλου, 1970

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2007

τελικά οι Radiohead αυτό που έβγαλαν εγγυημένα είναι αυτό που επιθυμούσαν: φράγκα!

Όταν ένα από τα χρυσά παιδιά της ποπ γυρίζει την πλάτη στη βιομηχανία που την ανέδειξε, τότε μπορούμε να μιλήσουμε για κατάρρευση του μοντέλου παραγωγής και διακίνησης δίσκων, όπως το γνωρίσαμε τον 20ό αιώνα. Η Μαντόνα ανακοίνωσε ότι αποχωρεί από τη Warner με την οποία συνεργάζεται εδώ και 25 χρόνια, με το σκεπτικό πως η εταιρεία δεν έχει να της προσφέρει τίποτε πια. Το λαμπρό δημιούργημα στρέφεται κατά του δημιουργού του; Τα τελευταία χρόνια, αρκετοί καλλιτέχνες έκαναν το ίδιο. Ο ρόλος του απλού μεσάζοντα, που απέφερε μυθικά κέρδη στη δισκογραφία, τις περισσότερες φορές εις βάρος των καλλιτεχνών, σβήνει. Το τελικό χτύπημα, όμως, θα έρθει από το ίδιο το κοινό: από εκατομμύρια ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο οι οποίοι έχουν ελεύθερη πρόσβαση στη μουσική μέσω Διαδικτύου. Η μαζική στροφή σε ριζικά διαφορετικούς τρόπους διανομής των μουσικών προϊόντων, όχι μόνο είναι αδύνατον να ανακοπεί, αλλά και «απογυμνώνει» την αιτίαση της πειρατείας εκ μέρους των εταιρειών, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ήδη νέο νομικό πλαίσιο για την πνευματική ιδιοκτησία και τα δικαιώματα αναπαραγωγής.

Ο Πίτερ Γκάμπριελ πρότεινε πριν από λίγους μήνες την ιστοσελίδα www.We7.com., μια μουσική υπηρεσία όπου οι χρήστες κατεβάζουν δωρεάν μουσική και οι καλλιτέχνες πληρώνονται από τις διαφημίσεις που φιλοξενούνται στο site. Ποιο ήταν το σκεπτικό του; «Πολλοί δεν θέλουν πια να πληρώσουν τη μουσική τους. Θα δώσουν λεφτά για να πάνε σε συναυλίες ή να κατεβάσουν μουσική για το κινητό τους αλλά η πλειονότητα των ανθρώπων κάτω των 30 δεν θα πληρώσουν για να κατεβάσουν μουσική. Οι καλλιτέχνες θα επιβιώσουν μόνο αν μάθουν να εκμεταλλεύονται τη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνει η ψηφιακή μουσική επανάσταση».

Ο Πρινς ναι μεν έδωσε το νέο του άλμπουμ στην βρετανική εφημερίδα Mail On Sunday, βάζοντας παράλληλα στην τσέπη του 500.000 δολάρια, αλλά στον υπόλοιπο κόσμο το Planet Earth κυκλοφόρησε κανονικά στα δισκοπωλεία από την Sony BMG. Γιατί εξαιρέθηκε η Μεγάλη Βρετανία; Η απάντηση είναι: οι 21 συναυλίες του τον Αύγουστο στο Λονδίνο. Δεν είναι μυστικό, άλλωστε, ότι οι καλλιτέχνες δεν πλουτίζουν από τις πωλήσεις των δίσκων αλλά από τα live και η κίνηση του Πρινς ήταν μια ωραιότατη προσυναυλιακή διαφήμιση. Τα μικτά κέρδη της Μαντόνα από την τελευταία περιοδεία της Confessions World Tour, η οποία ξεκίνησε στα τέλη Μαΐου του 2006 και ολοκληρώθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου του 2006 στο Τόκιο, ήταν ιλιγγιώδη: 193,7 εκατομμύρια δολάρια.

Καθημερινή, 27-10-07


Νομίζουμε ότι η εξέλιξη της κίνησης των Radiohead κάνει όλο και περισσότερο εμφανή τα κίνητρά τους. Απ’ ό,τι φαίνεται δεν ήταν ούτε καινοτόμος (αναφέρθηκαν και πρότερα παραδείγματα στα σχόλια της προηγούμενης ανάρτησης σ΄ αυτό εδώ το ιστολόγιο) και προφανώς δεν πρόκειται να είναι η τελευταία. Το χρήμα ρέει άφθονο (από τις συναυλίες, τις εμφανίσεις και τα συναφή), η πειρατεία ως κοινωνική πρακτική ακυρώνεται (είχαμε διατυπώσει ότι αποτελεί εκβιαστικό κίνητρο όχι μόνο για τις εταιρίες αλλά και για τους «καλλιτέχνες» η αντιμετώπιση του φαινομένου), οι δισκογραφικές δεν έχουν πει την τελευταία τους κουβέντα και εμείς θεωρούμε ότι η καχυποψία μας απέναντι στους «καλλιτέχνες» έχει επιβεβαιωθεί και με το παραπάνω. Η επιλογή των radiohead δεν είναι απόρροια των πολιτικοποιημένων ή οικολογικά ευαισθητοποιημένων στίχων τους αλλά του οικονομικού τους οφέλους. Είναι καταδεικτικό ότι η επιλογή αυτή ακολουθείται -ή προηγήθηκε κιόλας- από την Mandona και τoν Prince (…αυτά τα θαύματα κοινωνικής ευαισθησίας!). Εξάλλου Ο Γκάμπριελ είναι σαφής: «Οι καλλιτέχνες θα επιβιώσουν μόνο αν μάθουν να εκμεταλλεύονται τη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνει η ψηφιακή μουσική επανάσταση»…

Έτσι η επανάσταση αποκαθίσταται ως αναφορά, δεν χρεώνεται στους radiohead αλλά εκεί που πρέπει: στην ψηφιακή μουσική επανάσταση.

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2007

Οι Radiohead έβγαλαν κράνος οικονομικής ενίσχυσης;

«Το νέο μας άλμπουμ λέγεται "In Rainbows" και κυκλοφορεί στις 10 του μηνός από το site μας. Οσοι ενδιαφέρονται μπορούν να το "κατεβάσουν" από το www.inrainbows.com πληρώνοντας από 0 έως 100 λίρες». Με αυτήν τη λιτή ανακοίνωση οι Radiohead προχώρησαν σε μια αντάρτικη κίνηση κατατροπώνοντας τη νοοτροπία του εμπορίου που έχει επικρατήσει στη μουσική σκηνή. Η μέθοδός τους είναι απλή. Δεν κοστολογούν τη μουσική τους, ούτε επιβάλλουν ποινή στους τζαμπατζήδες. Οποιος σέβεται την μπάντα, ας πληρώσει όσα νομίζει ή όσα διαθέτει. Οι υπόλοιποι ας την απολαύσουν δωρεάν. Ριζοσπαστική ενέργεια; Σίγουρα, και πολύ περισσότερο από όσο φαίνεται…

…«Μια φανταστική κίνηση που σπάει τους κανόνες της βιομηχανίας», περιέγραψε την κίνηση των Radiohead ο Ιαν Μπράουν, πρώην τραγουδιστής των Stone Roses. «Θα δουλέψει γιατί η προσφορά πάντα ανταμείβεται από το κοινό», υπερθεμάτισε και ο Τζόνι Μαρ, παλιός κιθαρίστας των Smiths. Αντιτάχθηκαν μόνο κάτι εκπρόσωποι δισκογραφικών λέγοντας ότι «αν τα διαμάντια είναι παντού και τζάμπα, τότε χάνουν την αξία τους». Ξεχνώντας ότι η τέχνη δεν είναι εμπορεύσιμο αγαθό. Είναι ανεκτίμητη ως δημιουργία και θα έπρεπε να είναι ελεύθερη για όλους. Στην εποχή του Ιντερνετ οι Radiohead επιλέγουν μια ευφυή κίνηση. Μεταφέρουν την ευθύνη στο κοινό τους. Αυτό μόνο του, χωρίς τιμές και ποινές, θα αποφασίσει πόσο θα πληρώσει τη μουσική που γουστάρει. Μένει να δούμε αν οι Radiohead είναι αφελείς ή πρωτοπόροι.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 10/10/2007

Οι Radiohead δεν είναι αφελείς όπως κατά το ήμισυ διατείνεται ο συνήγορος δημοσιογράφος. Πρωτοπόροι ίσως είναι, αλλά σε σχέση με τι; Είναι δεδομένο ότι οι δισκογραφικές εταιρίες δίνουν κάποια ποσοστά στους «καλλιτέχνες» και θα δεχτούμε ότι δίνουν πολλά περισσότερα στο συγκεκριμένο συγκρότημα λόγω της φήμης του. Όπως και να’ χει τα περισσότερα χρήματα διαπιστωμένα κι επιβεβαιωμένα από τον κόσμο των «καλλιτεχνών» βγαίνουν από τις εμφανίσεις. Στο προκείμενο, είναι πασιφανές ότι έγινε ένας υπολογισμός από το συγκρότημα, εκτιμήθηκε ότι αν αναλάβουν την παραγωγή και την διακίνηση μόνοι τους πιθανόν να κερδίσουν περισσότερα, τελειώνοντας επιπλέον και με τις δεσμεύσεις στο πλαίσιο των άθλιων συνήθως συμβολαίων καθώς και με την αντιδημαγωγική λοιδορία των πειρατοκυνηγών. Να’ τος λοιπόν ο «ριζοσπαστισμός». Όχι! Δεν πρόκειται για προκατάληψη από τη μεριά μας ούτε για χαζές εμπάθειες (δεν έχουμε δα και τις ίδιες φιλοδοξίες με τους συγκεκριμένους…)

Πρόκειται για εφαρμογή της απλής λογικής από υποψιασμένους αντικαπιταλιστές-αντιεξουσιαστές-αναρχικούς- αυτόνομους-αντικαθεστωτικούς κι ό,τι άλλο θέλετε. Η συγκεκριμένη κίνηση δεν είναι τίποτε άλλο πέρα από μια -καινοτόμα αν μη τι άλλο- υπεράσπιση των συμφερόντων της Radiohead A.E. στο βαθμό που τα άτομα αυτά δεν έχουν αποποιηθεί τίποτε άλλο απ’ αυτό που πάντοτε ήταν. Το παρήγορο για τους καταναλωτές είναι ότι στο συγκεκριμένο θα βγουν κομμάτι κερδισμένοι όπως και από κάθε προσφορά στο σούπερ μάρκετ…

Ωχρά Σπειροχαίτη, 11 Οκτώβρη 2007

Σύγκρουση των επιλογών: Νο 1

Ο προαύλιος χώρος του Πανεπιστημίου Μπίλγκι της Κωνσταντινούπολης είναι μια μικρή φθινοπωρινή όαση. Φοιτητές ξαπλωμένοι στο γρασίδι, φοιτήτριες (με μαντίλες ή με ξεσκέπαστο κεφάλι) διαβάζουν στα παγκάκια και τσιμπολογάνε σάντουιτς, ενώ τριγύρω οι οδικές αρτηρίες της πόλης έχουν τη συνηθισμένη φρενήρη κίνηση, ακόμα μεγαλύτερη αυτές τις ημέρες λόγω του Ραμαζανιού. Σε αυτό το περιβάλλον της ηρεμίας, της αποστασιοποίησης και της σπουδαστικής ευζωίας παρουσιάζεται από χθες το έργο της Καλλιόπης Λεμού «Κύκλειο ταξίδι»: στο μαλακό «χαλί» του γκαζόν δύο βάρκες κρέμονται -η μια ανάποδα από την άλλη- κάτω από μια περίεργη αιγίδα.

Τα δύο πλεούμενα που τώρα έγιναν έργο τέχνης και κοσμούν τον κήπο ενός πανεπιστημίου, έχουν «ελλιμενισθεί» εδώ έπειτα από μεγάλη διαδρομή. Η καλλιτέχνις τα εντόπισε στις ακτές της Χίου εγκαταλελειμμένα από τους λαθρέμπορους που τα χρησιμοποιούν για να περνούν μετανάστες από την Τουρκία στην Ελλάδα. Ναι, είναι μια εικαστική εγκατάσταση με ready mades (αυτές οι βάρκες έχουν ακόμα τα σημάδια από την πάλη με τα κύματα και τους βράχους) που μπορεί να διηγηθεί μια χιλιοειπωμένη ιστορία, η οποία πάντα αλλάζει μορφή: εκείνη της μετανάστευσης...

...Το θέμα παραμένει πιο επίκαιρο από ποτέ. Η εγκατάσταση της Λεμού, που θα παραμείνει εκεί μέχρι τον Μάρτιο του 2008, θίγει με καίριο τρόπο ένα σημαντικό ζήτημα: Είναι πολύ πιο εύκολο να ευαισθητοποιήσεις την κοινή γνώμη με μια καλλιτεχνική δημιουργία παρά με μια ντιρεκτίβα της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η τέχνη μπορεί να προσεγγίσει τη μετανάστευση πολύ πιο εύγλωττα και ουσιαστικά από τα πλάνα των ειδήσεων με τους εξαθλιωμένους επιβάτες ενός σκάφους που βυθίστηκε ή τις εξαγγελίες τύπου Σαρκοζί με το πώς θα διώξουμε τους «ανεπιθύμητους».

Εφημερίδα "Καθημερινή", 10/10/2007



Εφημερίδα "Θεσσαλία", 8/10/2007

Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2007

ΟΙ ΠΡΟΤΗΓΑΝΙΣΜΕΝΕΣ ΠΑΤΑΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΕΤΟΙΜΕΣ ΚΑΙ ΦΩΝΑΖΟΥΝ ΕΣΕΝΑ

Όσα χάμπουργκερ κι αν έχω φτιάξει σ’ αυτόν τον κόσμο, αδυνατώ να εκφραστώ μουσικά γι’ αυτά. Πώς να γράψω μουσική για ένα χώρο θορυβικό, όπου τα πάντα τρίζουν, στενάζουν, ανυπομονούν.

Οι φριτέζες κάνουν ένα συνεχόμενο τεράστιο μπιπ-μπιπ για να σε ειδοποιήσουν για τις πατάτες που είναι πλέον τηγανισμένες. Ο φούρνος μικροκυμάτων κάνει μόνο τρία μπιπ διαρκείας για να σου πει για τη μακαρονάδα που κρύβει στα εσώψυχά του, η οποία ζεστάθηκε.

Τα μπιφτέκια πέφτουν το ένα πίσω από το άλλο κάνοντας φλοπ σα λαστιχένια που είναι. η παγωτομηχανή τρίζει Σα καράβι που ταλανίζεται και ξερνάει παγωτό. Τα ψυγεία μουρμουρίζουν γκρινιάρικα λόγω της ψυχρής τους καρδιάς. Το ασανσέρ με τα άπλυτα πιάτα ανεβοκατεβαίνει με το συνεχόμενο κομπασμό του.

Οι άνθρωποι δεν θορυβούν, μόνο φωνάζουν δυνατά για χάμπουργκερ, πατάτες, αναψυκτικά, κλαμπ σάντουιτς, μπιφτέκια, κοτόπουλα, μακαρόνια, παγωτά, σαλάτες, σάλτσες, μπέϊκον. Τα προϊόντα όλα είναι νεκρά.

Τα μπιφτέκια ανασταίνονται από την κατάψυξη σε ένα λεπτό. Η θαυματομηχανή ονόματι boiler, σαν σύγχρονος Ιησούς Χριστός λεει: «Μπιφτέκι! Δεύρο έξω!» και ώ του θαύματος αυτό έχοντας μόλις μπει από τη μια νεκρό κατεψυγμένο, βγαίνει από την άλλη ζωντανό, ζεστό, ετοιμοφάγωτο. Όμως, το μπιφτέκι είναι πάλι νεκρό. Δεν ζωντάνεψε. Οι πλαστικές του ίνες ζεστάθηκαν, απλώς το κρέας που περιέχει δεν μπορεί να βελάξει, είναι μια ανάμνηση, μια εικόνα φαγητού. Έτσι είναι ένα φαστ-φουντ. Μια φαγώσιμη εικόνα. Εξ ου και οι πραγματικές φωτογραφίες πάνω από τα ταμεία. Για να μη δυσκολεύεσαι να ταυτίσεις το φαγητό που βλέπεις με αυτό που πάει στην κοιλιά σου. Η θεαματική κατάποση. Έτσι είναι σε ένα φαστ-φουντ. Όλα αναλώσιμα. Όλα γρήγορα. Όλα εικονικά.

Οι σακούλες των σκουπιδιών είναι η ουσία της ύπαρξης ενός φαστ-φουντ. Αν δουλεύεις εξωτερικός συνειδητοποιείς την εικόνα της κοινωνίας μας. Η ταύτιση με το προϊόν είναι στιγμιαία. Η επιθυμία είναι στιγμιαία, μόλις καταναλώσαμε, πιας΄τηκαμε από πάνω του, από μια σειρά ψευδαισθησιακές επιθυμίες, απολαύσεις. Ναι. Η κοινωνία είναι ένα φαστ-φουντ. Είναι ολοφάνερο. Τι σχέση έχει η μουσική με τους πραγματικούς ήχους που βιώνεις όταν σε καλούν να βιαστείς γιατί οι προτηγανισμένες πατάτες είναι έτοιμες και φωνάζουν εσένα.

Πόσες ομοιοκαταληξίες να φτιάξω με ένα κλαμπ και μια σαλάτα του σεφ; Ποιος θα τραγουδήσει για τις κροκέτες κοτόπουλου, για τον κατεψυγμένο κιμά; Ποιος θα εμπνευστεί από το μαύρο λάδι που θέλει άλλαγμα; Δεν μπορείς να εξωραίσεις την ψοφιμίλα, δεν μπορείς να μιζεριάσεις το κοινό. Μα θα συνεχίσουμε να εμπεδώνουμε σχέσεις στυλ κέτσαπ-μπιφτέκι, όπου το ένα είναι νερωμένο και το άλλο άψητο; Κάποιος πρέπει να γράψει ένα τραγούδι. Όμως δεν είμαι εγώ.

Δεν θα γράψω το τραγούδι μου για το φαστ-φουντ.

Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2007

Κείμενο στη συναυλία αλληλεγγύης στους πρόσφυγες, Βόλος, Γενάρης 2002

Σε ένα από τα πολλά υπερ-σουπερμάρκετ της Αθήνας, σε έναν από τους ναούς της κατανάλωσης που έχουν ξεφυτρώσει στις φτωχογειτονιές της Μητρόπολης, συμβαίνει το εξής: τα απογεύματα, την ώρα που κλείνει το μαγαζί, στους κάδους των σκουπιδιών στο πίσω μέρος, πετούν τα σκουπίδια της μέρας μαζί με τα αποφάγια και τις μερίδες έτοιμου φαγητού που δεν καταναλώθηκαν. Εκεί μαζεύονται τους τελευταίους μήνες αρκετές δεκάδες εξαθλιωμένων μεταναστών και προσφύγων περιμένοντας να ψαχουλέψουν στις μεγάλες μαύρες σακούλες για λίγη τροφή.

Η διεύθυνση του καταστήματος ενοχλήθηκε από το γεγονός, εφόσον τα σκουπίδια γίνονται σκουπίδια μόνον όταν πια δεν μπορούν να αποφέρουν κέρδος. Έδωσε λοιπόν εντολή στους σεκιούριτι να περιλούζουν με χλωρίνη τα αποφάγια πριν πεταχτούν, ευελπιστώντας με αυτόν τον τρόπο να ¨κόψει¨ το κακό συνήθειο που έχουν αυτοί οι «ιδιόρρυθμοι» επισκέπτες. Ή πελάτης λοιπόν ή τίποτα.

Οι διευθυντές "διοικούν" το κατάστημα τους κάνοντας τη δουλειά τους, οι σεκιούριτι "εκτελούν εντολές" γιατί αυτή είναι η δουλειά τους και οι υπάλληλοι πρέπει κι αυτοί επίσης να κάνουν "τη δουλειά τους". Από κει και πέρα, πελάτες και γείτονες πρέπει να «κοιτάζουν τη δουλειά τους». Τελικά, όλοι φαίνονται να κινούνται μέσα σε περιχαρακωμένες συμπεριφορές που επιτάσσονται από προκαθορισμένους ρόλους. Όπου και να βρίσκεσαι πρέπει να έχεις κάποια «δουλειά». Και καμία τέτοια δουλειά, κανένας ρόλος δεν αφορά το ενδιαφέρον για τους μετανάστες και τους αποκλεισμένους. Λάθος! Υπάρχουν κάποιοι που δουλειά τους είναι να ασχολούνται μαζί τους και να «ενδιαφέρονται» γι’ αυτούς: οι μπάτσοι με το ζήλο του κεφαλοκυνηγού, οι μη κυβερνητικές οργανώσεις με τον ζήλο του επιδοτούμενου ανθρωπιστή και στο βάθος κάτι θλιβεροί παραθρησκευτικοί.

Οι επιχειρήσεις-σκούπα της αστυνομίας σε βάρος των μεταναστών, οι άθλιες συνθήκες «εργασίας» τους, τα ευτελή μεροκάματα, τα υποτιμητικά βλέμματα των ντόπιων, τα παγωμένα πρόσωπα των προσφύγων, το τσουβάλιασμα και η φιλοξενία τους σε χώρους που έχουν χαρακτηριστικά στρατοπέδων συγκέντρωσης- ταυτόχρονα με τις ενέργειες για την απέλαση τους- είναι καταστάσεις που δημιουργούν το ίδιο σφίξιμο στο στομάχι. Αποτελούν όμως ταυτόχρονα και τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την χρήση της χλωρίνης στα αποφάγια.

Δημιουργούν μια αίσθηση αγανάκτησης ή οργής που για να γενικευτεί σε πράξη αντίδρασης ή παρέμβασης ενάντια σε αυτό που συμβαίνει, είναι απαραίτητη η υπέρβαση τη νοητικής καθήλωσης της ξενοφοβίας και των αυταπατών που προσφέρει απλόχερα η εθνική ιδεοληψία. Πρέπει να διαρρηχθεί η κρούστα του κοινωνικού εφησυχασμού, της εξατομίκευσης και της παθητικότητας. Να καταπέσουν ανόητα επιχειρήματα περί ευθύνης των ξένων για την αύξηση της ανεργίας και της εγκληματικότητας ( τι ειρωνεία ειδικά σε μια πόλη σαν το Βόλο, που εδώ και δεκαετίες κατέχει υψηλά επίπεδα ανεργίας φροντισμένα επιμελώς από τις επιλογές και τις επιδιώξεις των ντόπιων αφεντικών).

Να προσπεραστεί ο σκόπελος της εκκλησιαστικής και κοινωνικής φιλανθρωπίας που προσδίδουν έναν εύκολο τρόπο και ανώδυνο απενοχοποίησης και επαναχαύνωσης της συνείδησης, καθώς και την εναπόθεση αυτής της κατάστασης στις αρμοδιότητες κρατικών, κομματικών και δημόσιων φορέων σε βάρος κάθε κοινωνικής και πολιτικής αυτενέργειας.

Ας μην γελιόμαστε, δεν ζητάς τη λύση σε ένα οποιοδήποτε κοινωνικό πρόβλημα από αυτούς που στη χειρότερη περίπτωση το έχουν δημιουργήσει, ενώ στην καλύτερη των περιπτώσεων συναινούν και στηρίζουν έναν πολιτισμό εκμετάλλευσης και καταπίεσης.

Η ουσία της αλληλεγγύης προς κάθε καταπιεσμένο –και στην προκειμένη περίπτωση στους εξαθλιωμένους πρόσφυγες –μπορεί να έχει αφετηρία την έμπρακτη έκφραση της με είδη πρώτης ανάγκης, τρόφιμα και συνθήκες ανθρώπινης διαβίωσης, δεν μπορεί όμως να σταματά εκεί.

Είναι απαραίτητες μέσα από συνευρέσεις και συλλογικές διαδικασίες μεταξύ ανθρώπων που δεν ζητούν την διαχείριση του προβλήματος υπό το πρίσμα ψηφοθηρικών συμφερόντων και επιλεκτικής ευαισθητοποίησης.

Η αλληλεγγύη είναι αξία, που κινεί την εναντίωση σε κάθε περιορισμό της ατομικής και κοινωνικής ελευθερίας. Είναι επιθετική προς κάθε φυλετικό, εθνικό, κοινωνικό διαχωρισμό καθώς και σε αυτούς που τους επιβάλλουν.

Η πραγματική ιστορία της Πολυξένης

Η Πολυξένη έφυγε μετανάστρια στην Γερμανία την δεκαετία του '60 μαζί με χιλιάδες άλλους έλληνες. Δούλεψε σε μια μεγάλη αυτοκινητοβιομηχανία ζώντας στο ΧΑΙΜ, μια πόλη γκέτο-εργατών με τεράστια κτιριακά συγκροτήματα και διαμερίσματα "κλουβιά".

Βέβαια, θα πει κάποιος πως η περίπτωση των Ελλήνων μεταναστών είχε ως συνθήκη την αποστολή τους σε συγκεκριμένες θέσεις εργασίας για να συμβάλλουν στο τότε οικονομικό 'γερμανικό θαύμα". Αλλά μήπως σήμερα στην Ελλάδα δεν λειτουργούν εταιρείες που ενοικιάζουν αλλοδαπούς εργάτες (κυρίως Ινδούς) για να καλυφθούν οι ανάγκες της εγχώριας αγοράς εργασίας;

Το ζήτημα λοιπόν είναι αν τα κοινά αυτά βιώματα θα έκαναν μια τουλάχιστον Πολυξένη ή και περισσότερες, να βρίσκονται κοντά σε ανθρώπους που σήμερα μαστίζονται από την προσφυγιά.


Ολόκληρα χωριά της Ηπείρου και της Μακεδονίας, είχαν προσβληθεί από τον πυρετό της μετανάστευσης. Θα μπορούσε να παραλληλίσει κανείς αυτή τη φυγή με την έξοδο των Εβραίων στη γη της Επαγγελίας. όλοι μιλούσαν με θαυμασμό για το "γερμανικό θαύμα".
Tα πρώτα γράμματα, ήταν γιομάτα υπερβολές. Κύρια, των νέων αγοριών, που μιλούσαν για κατακτήσεις γερμανίδων με διψήφιους και τριψήφιους αριθμούς.

τα θυμότανε όλα αυτά το βράδυ του χωρισμού η Πολυξένη. Δεν είχε μήπως η ίδια προσβληθεί από τον ίδιο πυρετό; Δεν ταπεινώθηκε στους παράγοντες της περιοχής, να της εξασφαλίσουν μια θέση στον ήλιο, το διαβόητο πιστοποιητικό "κοινωνικών φρονημάτων" που στάθηκε αφορμή να απαρνηθεί τους αγώνες του πατέρα της, που είχε δώσει τη ζωή του για τη λευτεριά και την τιμή της πατρίδας της;

δεν άρχιζε τάχα με τούτο το τρένο, η αντίστροφη μέτρηση; Με τα ίδια αυτά τρένα, δεν κουβαλούσαν πριν δέκα πέντε με είκοσι χρόνια χιλιάδες εργάτες να δουλέψουν στην χιτλερική βιομηχανία και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης; "Με τη διαφορά", σκέφτονταν όλον αυτό τον καιρό που έμεινε στο γκέτο των μπλοκ η Πολυξένη, "ότι τότε, σέρνανε τους ανθρώπους με τη βία ενώ εμείς ήρθαμε με τη θέληση μας". "Με την θέληση;". Ήταν αλήθεια, έτσι; Είχε κουβαληθεί εδώ όλος αυτός ο κόσμος επειδή το ήθελε;

είχε περάσει η πρώτη βδομάδα. τα μπλοκ, γέμισαν με καινούργια πρόσωπα. στο δικό τους, έφτασε μια νέα φουρνιά απ' τα μέρη του Έβρου. Έδειχναν τσακισμένες απ' την κούραση και τα την ταλαιπωρία. Κοιτούσαν γύρω τους σαν τρομαγμένα πουλιά που είχαν αιφνιδιαστεί από μια ξαφνική μπόρα. Ακολούθησαν σαν τα κλωσσοπούλια το διερμηνέα, ώσπου χάθηκαν στο βάθος του μεγάλου διαδρόμου.

ξημέρωνε Κυριακή. Μέρα για λάτρα. απ' την μεγάλη κουζίνα, έρχονταν μυρωδιά μαγειρεμένου φαγητού. Όλα τα μπλοκ, βρίσκονταν στο πόδι. τα παράθυρα γέμισαν απλωμένα ρούχα που μύριζαν σαπουνάδα. Στο τελευταίο μπλοκ ανέμιζαν φαρδιές βράκες σε διπλές σειρές. εκεί είχαν βάλει τις τουρκάλες. θα πρέπει να' ρχονταν απ' τα βάθη της Ανατολίας.

στο τμήμα της Πολυξένης, Είχαν γίνει κάποιες μικροαλλαγές. Δέχτηκε με ανακούφιση τη μετάθεση της Πηνελόπης. Την είχαν στείλει στην αποθήκη όπου πακετάρονταν τα δέματα. "Εκεί τουλάχιστον δεν θα κάνει εμετό" κούνησε με ικανοποίηση το κεφάλι η Πολυξένη.

Πολλές, ωστόσο δεν άντεξαν. Έσπασαν τα συμβόλαια κι έφυγαν. Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του εξήντα με τις μεγάλες φουρνιές των ξένων εργατών να κατακλύζουν τη γερμανική αγορά εργασίας θα μείνουν στην ιστορία του "γερμανικού θαύματος" σαν τα χρόνια με τις μεγαλύτερες αναστατώσεις. Η λέξη "φερτράκσμπρούχ" (σπάσιμο συμβολαίου), βρίσκονταν στα χείλη όλων. Ο κίνδυνος να ανατραπούν τα πλάνα ανησύχησε τη γερμανική βιομηχανία προειδοποιώντας την Κυβέρνηση για τις τεράστιες συνέπειες.

ήταν η πρώτη φορά που η Πολυξένη θα' ρχονταν πρόσωπο με πρόσωπο με τους κατοίκους αυτής της πόλης. Όλον αυτόν τον καιρό που έμενε στο Χάιμ, πολύ λίγα πράγματα γνώριζε για τη ζωή και τις συνήθειες των γερμανών. Ζούσε κάτω από την προστατευτική ασπίδα του συμβολαίου και τη βοήθεια του διερμηνέα. Είχε αποκτήσει τη νοοτροπία και τις συνήθειες του γκέτο με όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά μιας κλειστής κοινωνίας, που ζούσε παραγκωνισμένη και ξεκομμένη από τον κύριο κορμό και την κοινωνική ζωή των ντόπιων.

Ήταν η πρώτη μεγάλη απόπειρα που επιχειρούσε να προσεγγίσει αυτόν τον άγνωστο γι' αυτήν κόσμο που ζούσε το δικό του ρυθμό με έναν εντελώς διαφορετικό απ' το δικό της και που -πολλές φορές χρειάστηκε να τον δοκιμάσει ή να τον απορρίψει. Ήταν ένα πολύ δύσκολο ξεκίνημα για την Πολυξένη που σε κάθε της βήμα θα δοκίμαζε την ταπείνωση και την περιφρόνηση -τη σκληρή συμπεριφορά καθώς της έκλειναν την πόρτα μόνο και μόνο από την εμφάνιση- που την έκανε πολλές φορές να κλάψει πικρά.

Είχε ζήσει το δράμα χιλιάδων ξένων που ξενυχτούσαν στα περίπτερα των σιδηροδρομικών σταθμών με αγωνία τη σαββατιάτικη έκδοση των τοπικών εφημερίδων για να ξεχυθούν στους δρόμους με τα "Ενοικιαστήρια" στα χέρια, δοκιμάζοντας την τύχη τους.

Αυτές οι επιταγές που διέσχιζαν το γερμανικό ουρανό με κατεύθυνση την Ελλάδα, έμοιαζαν πολύ με μια γέφυρα ελπίδας που είχε στηθεί τότε ανάμεσα στις δυο χώρες. Δεν πρόκονταν εδώ για μια απλή πράξη, για μια συνηθισμένη ενέργεια ή για κάτι ασυνήθιστο που, ενδεχομένως, να ήθελαν πολλοί να πιστεύουν. Μέσα από αυτά τα ουράνια τόξα, διοχετεύονταν το απαραίτητο οξυγόνο που τόσο πολύ είχαν ανάγκη οι δικοί τους εκεί κάτω στην πατρίδα, για να προφτάσουν καθημερινές ανάγκες και δεν ήταν λίγες οι φορές, που είχαν σωθεί από την ταπείνωση και την καταστροφή, χιλιάδες νοικοκυριά.

Οι σιδηροδρομικοί σταθμοί στη Γερμανία είχαν γίνει για τους ξένους εργάτες, το δεύτερο τους σπίτι. Ένα ιδιότυπο γκέτο που βόλευε τους πάντες καθώς έδινε με απλοχεριά το άλλοθι της ελευθερίας στις κοινωνίες της αφθονίας. Έμοιαζαν με κείνες τις απατηλές νησίδες των ωκεανών που, πάνω στην απελπισία τους, έβλεπαν την ευκαιρία οι ναυαγοί για να σωθούνε και δεν διέφεραν και πολύ από τους αντικατοπτρισμούς της ερήμου που στάθηκαν μοιραίοι για όσους έτυχε να βρεθούν κάτω από την επιρροή τους. Εδώ μέσα, γεννιόντουσαν και πέθαιναν τα όνειρα. Καταστρώνονταν τα σχέδια για την επιστροφή στην πατρίδα. Ανταλλάσσονταν γνώμες για πολλά και διάφορα. Έκλειναν αρραβώνες και δουλειές του ποδαριού. Φιλοδοξίες και επιθυμίες που -όλες τους σχεδόν- έσβηναν στους μεθυστικούς αχνούς της μπύρας.

Ωχρά Σπειροχαίτη